Χρόνια τώρα προσπαθώ να εντρυφήσω στα μυστικά της τέχνης και να αποκρυπτογραφήσω την εικαστική γλώσσα. Ο αισθητικός ή ο ιστορικός της τέχνης δέχεται μια πρόσκληση και μια πρόκληση κάθε φορά που του ζητείται να αναλύσει ένα έργο τέχνης, τα σημεία αναφοράς του, η τοποθέτησή του, η αξιολόγησή του μέσα από ένα κώδικα «σημείων» όπως είναι το σχέδιο, η σύνθεση, το χρώμα, η φόρμα, το περιεχόμενο, όλα αυτά δηλαδή τα επίκτητα στοιχεία που απαιτούν μακρόχρονη άσκηση και παιδεία, και τα οποία βεβαίως για να γίνουν «τέχνη» προϋποθέτουν το ταλέντο.
Φανταστείτε την απορία και την έκπληξη του μελετητή που, αντιμέτωπος μ’ ένα εικαστικό έργο μεστό και ολοκληρωμένο, ανακαλύπτει πως δεν το βαρύνει καμιά ακαδημαϊκή θητεία και πως η αμεσότητα της επικοινωνίας του μ’ αυτό, η ακτινοβολία που εκπέμπει δεν οφείλονται σε επίκτητες λειτουργίες, αλλά σε μια καθαρά πρωτογενή λειτουργία ανθρώπου αυτοδίδακτου-τότε τα πράγματα μπερδεύονται περισσότερο. Γιατί φτάνει στο σημείο ν’ αμφισβητήσει την ιδιαιτερότητα της επίκτητης γνώσης αφού η εξαίρεση επαληθεύει για μια ακόμη φορά πως ο καλλιτέχνης δεν γίνεται αλλά γεννιέται.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο Γιώργος Χατζάκης που δουλεύει σιωπηλά, «εκτός των τειχών». Χωρίς να έχει κάνει σπουδές ζωγραφικής, αλλά χωρίς ν’ ανήκει στους «ναϊφ» ή στους «πριμητίφ» ζωγράφους μας δίνει έναν προβληματισμό κι ένα αποτέλεσμα που θα το ζήλευαν ακόμη και σπουδασμένοι συνάδελφοί του.
Ο Χατζάκης φαίνεται να έχει εκείνη την «ευλογία» που μετατρέπει τη λάσπη σε πηλό· φαίνεται να κουβαλάει σπέρματα από τη ζωγραφική της παλιάς Κρητικής αγιογραφικής σχολής, μια και οι ρίζες του είναι Κρητικές.
Η ζωγραφική του, ενώ ξεκινάει με τοπία (1965), γίνεται σύντομα ανθρωποκεντρική. Η ανθρώπινη μορφή -καθοριστικό στοιχείο της αρχαίας ελληνικής τέχνης και μεταρσιωμένη αργότερα στη βυζαντινή τέχνη μέσα από μια υπερβατική ατμόσφαιρα- θ’ αποτελέσει το βιωματικό στοιχείο που θα οριοθετήσει την πρώτη σειρά των έργων του της περιόδου 1979-1981, την οποία χαρακτηρίζουμε με τον γενικό τίτλο «Αγιογραφίες». Άγγελοι, εξανθρωπισμένες μορφές αγίων, ηρωοποιημένες μορφές της αρχαιότητας και της αναγέννησης σε μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει στην ορφική μύηση και την ιερατική μυσταγωγία, πρωταγωνιστούν σ’ αυτή τη φάση της δουλειάς του. Παράλληλα, η τυχαία επαφή με τη ζωγραφική του Γιάννη Σπυρόπουλου, που τον συγκλονίζει από την πρώτη στιγμή, του «λύνει» τα χέρια. Ο Σπυρόπουλος τον ενθαρρύνει να συνεχίσει και υποσυνείδητα τον καθοδηγεί, για να φτάσει στο σημερινό αποτέλεσμα της δουλειάς του τους «Μάρτυρες».
Τα πρόσωπα αυτά, «σύγχρονοι ήρωες», αιχμαλωτίζουν από την πρώτη στιγμή τον θεατή, επιβάλλοντας άλλοτε μια κατανυκτική ατμόσφαιρα που αποπνέει αγιοσύνη και άλλοτε μια έκσταση που απορρέει από την ένταση που αναβλύζει από τις ηρωικές μορφές. Ξεπροβάλλουν μέσα από την αχλύ μιας χρονολογικά απροσδιόριστης και συγκεχυμένης ιστορικής περιόδου, ανθρωπόμορφες μαρτυρίες, ξεθωριασμένες από το χρόνο και τη διάβρωση του περιβάλλοντος και «καλλιγραφημένες» μέσα από μια εξπρεσσιονιστική γραφή μ’ ένα τελείως προσωπικό ύφος.
Απαλλαγμένος από το άγχος που επιβάλλουν οι κανόνες της ακαδημαϊκής παιδείας, φθάνει γρήγορα σ’ ένα αποτέλεσμα αξιοθαύμαστο, μια ζωγραφική που τα πρώτα της συμπτώματα είναι η ειλικρίνεια και η γνησιότητα.
Αυτό το έργο, που παρουσιάζει στην Αθήνα για πρώτη φορά σε ατομική έκθεση, η Αίθουσα Τέχνης Υάκινθος, μας υπόσχεται πολλά.

Νίκος Γρηγοράκης
Σημείωμα στον κατάλογο της έκθεσης που έγινε στην αίθουσα τέχνης Υάκινθος το 1983
Κηφισιά, Οκτώβρης 1983