Πριν από τις μερικούς μήνες, στο πατάρι μιας γκαλερί, είδα για πρώτη φορά πίνακες του Γιώργου Χατζάκη. Δεν ήξερα τίποτα γι΄ αυτόν. Δεν είχα ακούσει καν τ’ όνομά του. Οι πίνακές του με καθήλωσαν. Ιδού, είπα, ένας πραγματικός ζωγράφος, που δε χρειάζεται σχόλια, ερμηνείες, κατατάξεις σε σχολές, διερευνήσεις επιδράσεων, διασταυρώσεων, προσμιξιών. Σε συνεπαίρνει απ’ την πρώτη στιγμή, σε παίρνει και σου δίνεται σαν από κάποια προϋπάρχουσα μυστική συμφωνία. Ίσως η βυζαντινή πνοή, που διατρέχει τις πίνακες του Χατζάκη, να ’ναι μια πρώτη προετοιμασία υποδοχής –η γενική μνήμη, τόσο ιστορική όσο και αισθητική. Αλλά όχι μόνον αυτό. Γιατί ο Χατζάκης δεν είναι αντιγραφέας ή μιμητής της τέχνης και της τεχνικής της βυζαντινής αγιογραφίας και της χρωματικής της κλίμακας. Δεν είναι ένας δογματικός αγιογράφος με καθιερωμένα πατρόν που ορίζουν (και επιβάλλουν) το ακριβές μέγεθος των φτερών των αγγέλων και αρχαγγέλων και το πλάτος των φωτοστέφανων. Στα έργα του Χατζάκη δεν υπάρχει η προμελέτη σχεδίου και χρωματικών σχέσεων. Η πρόσμιξη θερμών και ψυχρών χρωμάτων δε στηρίζεται σε αποστηθισμένους μαθηματικούς κανόνες, αλλά σε μιαν οξύτατη και καθάρια αίσθηση που επιτυγχάνει απροσχεδίαστα τις πιο ακριβείς και «απαιτητικές» αναλογίες. Έτσι,τα χρώματα του Χατζάκη αποπνέουν συγκίνηση, αξιοποιώντας και επικυρώνοντας το μεγάλο ταλέντο του ζωγράφου. Και οι μορφές του (με ή χωρίς φωτοστέφανο) δεν ξέρεις αν είναι αρχαίοι άγιοι, εργάτες και αγρότες, μαρτυρικοί και οργισμένοι, των μεγάλων και απελευθερωτικών αγώνων.

Γιάννης Ρίτσος
Αθήνα, 21.ΙΧ.83