«Ίσως τίποτε δεν θα μπορούσε να κάνει πιο οικεία τη διαφορά οριζόντων ανάμεσα στους Έλληνες και σε μας από τη σύγκριση ενός έργου σαν το «Beethoven» του Bourdelle με το κεφάλι του ‘’Κλάδεου» λ.χ. από την Ολυμπία. Και τα δυο είναι μεγάλα έργα τέχνης. Στο καθένα τους ο γλύπτης κατόρθωσε να συνοψίσει το πνεύμα της εποχής του… Αλλά τι αντίθεση ανάμεσα στη δροσερή καθαρότητα του ενός που κοιτάζει μπροστά και στο βαθύ συλλογισμό του άλλου! Η ζωή που ήταν απλή και χαρούμενη έχει γίνει απέραντα πολύπλοκη».
Τα λόγια αυτά της γνωστής αρχαιολόγου Gisela Richter θα μπορούσαν ασφαλώς να είναι μια εισαγωγή στη δημιουργία πολλών σύγχρονων καλλιτεχνών. Τηρώντας τις αναλογίες θα ήθελα να τα χρησιμοποιήσω σαν ένα πέρασμα στη ζωγραφική του Γιώργου Χατζάκη· ενός καλλιτέχνη που ζει μακριά από το κέντρο, δεν είναι γνωστός σε πολλούς, δεν έχει κάνει τις συμβατικές σπουδές σε σχολές· που όμως τόσο με το θεματολογικό του προσανατολισμό όσο και με τις μορφοπλαστικές του πραγματώσεις πείθει για γνησιότητα της προσπάθειάς του να συλλάβει το πολυσύνθετο ιστορικό παρόν, σε συνάρτηση πάντα με την προσωπική βιωματική φόρτιση. Οι συγκριτικές παρατηρήσεις της αφορούν βασικά τον τρόπο που οι σχέσεις του ανθρώπου με τον έξω και το μέσα του κόσμο βρίσκουν την πλαστική τους διατύπωση πάνω στην ίδια την ανθρώπινη μορφή. Ανάλογο είναι το πρόβλημα που ανιχνεύει ο Χατζάκης.
Απεικονίζει τους «Μάρτυρές» του κατά κανόνα μόνους, με δόρυ στο χέρι, συχνά με φτερά στους ώμους και φωτοστέφανο στο κεφάλι, φαινομενικά κυρίαρχους στη ζωγραφική επιφάνεια. Τους θέλει αρρενωπούς, ηθικούς –στην ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου- , με τη νηφαλιότητα ηρώων αρχαίας τραγωδίας και την ασάλευτη πίστη βυζαντινών αγίων· μορφές μνημειακές, που παραπέμπουν σε μια λεκτική και μια εικονολογική αμφισημία : μαρτυρία-μαρτύριο· φτερωτές μορφές της αρχαίας τέχνης – άγγελοι, Ιωάννης ο Πρόδρομος της χριστιανικής εικονογραφίας· «καλώς αθλήσαντας» που την ώρα αυτή ζυγίζουν τα αποτελέσματα του αγώνα τους· με πρόσωπα περίλυπα, αυστηρά, καμιά φορά από αξιοπρέπεια οργισμένα για τη ματαιότητα της προσπάθειάς τους· εκστατικά, προφητικά μπροστά σ’ αυτό που βλέπουν να έρχεται· μπροστά στο μέλλον που έχει αρχίσει κιόλας να γίνεται παρόν, δυσοίωνο και φοβερό.
Με την αναφορά ακριβώς στη διάσταση του χρόνου ο Χατζάκης μας περνά από την πραγματικότητα του ανθρώπου σ’ εκείνη του χώρου. Στα έργα του αυτή η δεύτερη πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται σαν δυνατότητα υποβολής του υπερβατικού, κατά τη μεσαιωνική αντίληψη, ούτε σαν προοπτικά οργανωμένο σύνολο, κατά την αναγεννησιακή άποψη. Είναι, θα έλεγε κανείς, μια «αυθαίρετα» μορφοποιημένη «παράφωνη συμφωνία» αόρατων μέχρι πριν από λίγο, ασταμάτητα κινούμενων δυνάμεων, που καθώς βρίσκονται πέρα από κάθε φυσικό περιορισμό και λογικό έλεγχο συνιστούν μια απειλή απροσδιόριστου μεγέθους. Η απόπειρα αποτύπωσής τους σφραγίζεται από την προοδευτικά αυξανόμενη αγωνία του καλλιτέχνη, που εδώ έχει επιλέξει το δρόμο της αφαίρεσης. Γιατί ξέρει πως η κίνηση καθεαυτή είναι κάτι αφηρημένο και μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί μόνο μέσω της κινούμενης φόρμας, που τελικά δίνει την εντύπωση του διαρκούς γίγνεσθαι, της αέναης μεταβολής.
Η αντίθεση που σφυρηλατείται στα έργα του Χατζάκη είναι συγκλονιστική. Από τη μια ο άνθρωπος «ωραίος κάλλει», οι Μάρτυρες που τυπολογικά συγγενεύουν με τις μορφές των αγίων από την προηγούμενη φάση της δουλειάς του· από την άλλη ο περίγυρός τους με τους παράγοντες που απεργάζονται την καταστροφή· ένας χώρος απ’ όπου έχουν εξοβελιστεί όλα τα παραστατικά στοιχεία· με χρώματα συγκρουόμενα μέσα σ’ ένα τρελό παιχνίδι αλληλοδιάβρωσης, σ’ έναν εφιάλτη εκρήξεων ηφαιστείων και πυρηνικών όπλων· με φόρμες αιχμηρές ή πρωτεϊκά μορφώματα που κατατρώγουν τα νεανικά κορμιά και στιγματίζουν τα αγνά πρόσωπα· με γραμμές που αυλακώνουν βίαια το ζωγραφικό πεδίο και επιτείνουν το ήδη διαμορφωμένο κλίμα άγχους και ανασφάλειας, τη διάθεση φυγής έξω από τα φυσικά όρια του πίνακα και την αίσθηση φθοράς. Στην εικόνα που μένει η εξπρεσιονιστική ένταση συνδυάζεται με την καθολικότητα της αφαίρεσης.
Οι πίνακες του Χατζάκη μας αφήνουν την πικρή γεύση μιας μάταιης διαδρομής και μιας οδυνηρής κατάληξης. Μας δίνουν ωστόσο την ανακούφιση πως τουλάχιστο κάποιοι ανάμεσά μας δεν μένουν ανύποπτοι για την απώλεια του κέντρου βάρους καθώς πορευόμαστε προς το τέλος του αιώνα.

Άλκης Χαραλαμπίδης
Σημείωμα στον κατάλογο της έκθεσης που έγινε στην αίθουσα τέχνης Υάκινθος το 1983